Μια κρίση πανικού μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά, ακόμη και σε μια στιγμή κατά την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος άμεσος κίνδυνος.
Η καρδιά χτυπά γρήγορα, η αναπνοή αλλάζει, μπορεί να εμφανιστούν ζάλη, τρέμουλο, εφίδρωση ή ένα έντονο σφίξιμο στο στήθος. Μαζί με αυτά τα σωματικά συμπτώματα συχνά εμφανίζεται η αίσθηση ότι «κάτι πολύ κακό συμβαίνει»: ότι το άτομο θα λιποθυμήσει, θα χάσει τον έλεγχο ή ότι κινδυνεύει η ζωή του.
Η εμπειρία μπορεί να είναι εξαιρετικά έντονη και τρομακτική.
Ωστόσο, η κατανόηση του τι συμβαίνει στο σώμα και του τρόπου με τον οποίο δημιουργείται ο κύκλος του πανικού αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα για την αντιμετώπισή του.
Τι είναι μια κρίση πανικού;
Η κρίση πανικού είναι ένα αιφνίδιο επεισόδιο έντονου φόβου ή δυσφορίας, το οποίο συνοδεύεται από σωματικά και γνωστικά συμπτώματα.
Μπορεί να εμφανιστεί σε μια περίοδο αυξημένου άγχους, αλλά μπορεί επίσης να συμβεί χωρίς εμφανή αιτία. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που συχνά προκαλεί τόσο μεγάλη ανησυχία: το άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι το σώμα του αντιδρά χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί.
Συχνά συμπτώματα είναι η ταχυκαρδία, η δύσπνοια, το αίσθημα πίεσης ή δυσφορίας στο στήθος, η εφίδρωση, το τρέμουλο, η ζάλη, η ναυτία, τα μουδιάσματα ή οι μυρμηγκιές, οι εξάψεις ή τα ρίγη.
Μπορεί επίσης να εμφανιστεί έντονος φόβος απώλειας ελέγχου, φόβος θανάτου ή μια παράξενη αίσθηση απομάκρυνσης από τον εαυτό ή το περιβάλλον.
Τα συμπτώματα συνήθως αυξάνονται γρήγορα και στη συνέχεια υποχωρούν σταδιακά.
Το γεγονός ότι μια κρίση πανικού είναι έντονη δεν σημαίνει ότι το άτομο «χάνει το μυαλό του». Πρόκειται για μια πολύ ισχυρή ενεργοποίηση του συστήματος συναγερμού του οργανισμού.
Τι συμβαίνει στο σώμα;
Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει ένα εξελιγμένο σύστημα επιβίωσης.
Όταν ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται έναν κίνδυνο, ενεργοποιούνται αυτόματα μηχανισμοί που προετοιμάζουν το σώμα να αντιδράσει. Αυξάνονται οι παλμοί της καρδιάς, μεταβάλλεται η αναπνοή, οι μύες βρίσκονται σε μεγαλύτερη ετοιμότητα και η προσοχή στρέφεται προς πιθανές απειλές.
Αυτή η αντίδραση είναι εξαιρετικά χρήσιμη όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.
Στην κρίση πανικού, όμως, το σύστημα συναγερμού μπορεί να ενεργοποιηθεί με πολύ μεγάλη ένταση χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη εξωτερική απειλή.
Έτσι, το άτομο αισθάνεται στο σώμα του όλα τα σημάδια μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ενώ δεν μπορεί να εντοπίσει την αιτία.
Η ταχύτερη αναπνοή μπορεί επιπλέον να επηρεάσει την ισορροπία των αερίων στο αίμα και να ενισχύσει αισθήσεις όπως ζάλη, μυρμήγκιασμα ή αίσθημα αποπροσανατολισμού.
Αυτές οι αισθήσεις είναι πραγματικές. Δεν είναι «στο μυαλό» με την έννοια ότι το άτομο τις φαντάζεται.
Το κρίσιμο σημείο είναι ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύονται.
Ο φαύλος κύκλος του πανικού
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του πανικού είναι ότι ο φόβος μπορεί να αρχίσει να τροφοδοτεί τον ίδιο τον φόβο.
Για παράδειγμα, κάποιος αντιλαμβάνεται ότι η καρδιά του χτυπά γρήγορα.
Η σκέψη μπορεί να είναι:
«Κάτι συμβαίνει με την καρδιά μου.»
Η σκέψη αυτή αυξάνει τον φόβο.
Ο φόβος προκαλεί μεγαλύτερη ενεργοποίηση του οργανισμού.
Οι παλμοί αυξάνονται ακόμη περισσότερο.
Το άτομο το αντιλαμβάνεται και η αρχική ερμηνεία μοιάζει να επιβεβαιώνεται:
«Βλέπεις; Γίνεται χειρότερο. Κάτι σοβαρό συμβαίνει.»
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος:
σωματική αίσθηση → απειλητική ερμηνεία → φόβος → μεγαλύτερη σωματική ενεργοποίηση → εντονότερη αίσθηση.
Ο ίδιος μηχανισμός μπορεί να εμφανιστεί με τη δύσπνοια, τη ζάλη, το τρέμουλο ή άλλες αισθήσεις.
Για αυτόν τον λόγο, στη θεραπεία του πανικού δεν εξετάζεται μόνο το άγχος. Εξετάζεται και ο τρόπος με τον οποίο το άτομο ερμηνεύει και φοβάται τις ίδιες του τις σωματικές αισθήσεις.
Μια κρίση πανικού σημαίνει ότι υπάρχει διαταραχή πανικού;
Όχι.
Ένα άτομο μπορεί να βιώσει μία ή περισσότερες κρίσεις πανικού χωρίς να εμφανίσει διαταραχή πανικού.
Η διαταραχή πανικού αφορά συνήθως επαναλαμβανόμενες και απροσδόκητες κρίσεις, οι οποίες συνοδεύονται από επίμονη ανησυχία για την πιθανότητα μιας νέας κρίσης ή από σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά.
Κάποιος, για παράδειγμα, μπορεί μετά από μια κρίση να αρχίσει να αποφεύγει τα μέσα μεταφοράς, τα καταστήματα, την οδήγηση, την άσκηση ή χώρους στους οποίους θεωρεί ότι θα ήταν δύσκολο να λάβει βοήθεια.
Σταδιακά, λοιπόν, το βασικό πρόβλημα μπορεί να μην είναι μόνο η ίδια η κρίση.
Μπορεί να γίνει ο φόβος της επόμενης κρίσης.
Αυτό συχνά περιγράφεται ως «φόβος του φόβου».
Γιατί αρχίζουμε να αποφεύγουμε καταστάσεις;
Η αποφυγή είναι μια πολύ φυσική ανθρώπινη αντίδραση.
Αν κάποιος πάθει μια κρίση πανικού στο μετρό, είναι κατανοητό την επόμενη φορά να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια αν αποφύγει το μετρό.
Βραχυπρόθεσμα, αυτό μπορεί πράγματι να μειώσει το άγχος.
Μακροπρόθεσμα όμως μπορεί να δημιουργηθεί ένα διαφορετικό μήνυμα:
«Δεν έπαθα κρίση επειδή απέφυγα το μετρό. Άρα το μετρό ήταν επικίνδυνο.»
Η αποφυγή επομένως μπορεί άθελά της να ενισχύσει την πεποίθηση ότι ορισμένες καταστάσεις ή σωματικές αισθήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν.
Με τον χρόνο, οι αποφυγές μπορεί να επεκτείνονται.
Έτσι, κάποιος μπορεί να αρχίσει να περιορίζει δραστηριότητες που προηγουμένως αποτελούσαν φυσιολογικό μέρος της ζωής του.
Τι μπορεί να βοηθήσει τη στιγμή μιας κρίσης;
Όταν γνωρίζουμε ήδη ότι πρόκειται για κρίση πανικού και έχει αποκλειστεί κάποια άλλη ιατρική αιτία, είναι χρήσιμο να θυμόμαστε ότι η ένταση της εμπειρίας δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη πραγματικού κινδύνου.
Η προσπάθεια να «εξαφανίσουμε» αμέσως κάθε αίσθηση μπορεί ορισμένες φορές να αυξήσει την επαγρύπνηση απέναντι στο σώμα.
Μπορεί να βοηθήσει περισσότερο μια στάση παρατήρησης:
«Αναγνωρίζω αυτή την αίσθηση. Είναι έντονη, αλλά θα αλλάξει.»
Η αναπνοή μπορεί να παραμείνει ήρεμη και φυσική, χωρίς επαναλαμβανόμενες πολύ βαθιές ή γρήγορες εισπνοές.
Εφόσον το περιβάλλον είναι ασφαλές, μπορεί επίσης να βοηθήσει η μεταφορά της προσοχής σε στοιχεία του χώρου και η υπενθύμιση ότι η κορύφωση του πανικού δεν διαρκεί επ’ αόριστον.
Ο στόχος δεν είναι να πολεμήσουμε το σώμα.
Είναι σταδιακά να μάθουμε ότι οι αισθήσεις αυτές, όσο δυσάρεστες κι αν είναι, μπορούν να γίνουν ανεκτές χωρίς να συμβεί το καταστροφικό αποτέλεσμα που φοβόμαστε.
Πότε χρειάζεται να ζητήσουμε βοήθεια;
Είναι χρήσιμο να αναζητηθεί επαγγελματική αξιολόγηση όταν οι κρίσεις επαναλαμβάνονται, όταν υπάρχει συνεχής φόβος για την επόμενη κρίση ή όταν αρχίζουν να περιορίζονται σημαντικές πλευρές της καθημερινότητας.
Για παράδειγμα, όταν το άτομο αποφεύγει μετακινήσεις, εργασία, κοινωνικές δραστηριότητες, άσκηση ή καταστάσεις στις οποίες φοβάται ότι μπορεί να αισθανθεί εγκλωβισμένο.
Επίσης, η αναζήτηση βοήθειας είναι σημαντική όταν το άγχος προκαλεί σημαντική δυσφορία, όταν συνυπάρχουν καταθλιπτικά συμπτώματα ή όταν το άτομο προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις κρίσεις μέσω αλκοόλ, ουσιών ή μη ελεγχόμενης χρήσης φαρμάκων.
Υπάρχει όμως και μια σημαντική ιατρική διάσταση.
Πολλά από τα συμπτώματα μιας κρίσης πανικού μπορούν να μοιάζουν με συμπτώματα άλλων παθήσεων. Επομένως, ειδικά όταν τα συμπτώματα εμφανίζονται για πρώτη φορά, είναι διαφορετικά από προηγούμενες κρίσεις, είναι ασυνήθιστα έντονα ή περιλαμβάνουν επίμονο πόνο στο στήθος, λιποθυμία ή άλλα ανησυχητικά συμπτώματα, δεν είναι σωστό να θεωρούμε αυτόματα ότι πρόκειται για πανικό.
Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση.
Πώς αντιμετωπίζονται οι κρίσεις πανικού;
Η διαταραχή πανικού είναι αντιμετωπίσιμη.
Μία από τις περισσότερο μελετημένες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις είναι η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (Cognitive Behavioural Therapy – CBT).
Στη θεραπεία μπορεί να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο το άτομο ερμηνεύει τις σωματικές του αισθήσεις, οι σκέψεις που ενισχύουν την αντίληψη του κινδύνου και οι συμπεριφορές αποφυγής που διατηρούν τον κύκλο του πανικού.
Σημαντικό θεραπευτικό εργαλείο μπορεί να είναι και η σταδιακή έκθεση.
Στην ενδοδεκτική έκθεση, για παράδειγμα, συγκεκριμένες σωματικές αισθήσεις που έχουν συνδεθεί με τον πανικό προσεγγίζονται με ασφαλή και ελεγχόμενο τρόπο στο πλαίσιο της θεραπείας.
Ο στόχος δεν είναι να προκαλείται δυσφορία χωρίς λόγο.
Είναι να δημιουργηθεί μια νέα εμπειρία: ότι το σώμα μπορεί να παρουσιάσει αυτές τις αισθήσεις χωρίς να ακολουθήσει απαραίτητα η καταστροφή που φοβάται το άτομο.
Με τον χρόνο, αυτό μπορεί να μειώσει τον φόβο απέναντι στις ίδιες τις σωματικές αισθήσεις και να περιορίσει τον κύκλο αποφυγής.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί και φαρμακευτική αντιμετώπιση από κατάλληλο ιατρό, ανάλογα με την κλινική εικόνα και τις ανάγκες του ατόμου. Η επιλογή της θεραπείας χρειάζεται να γίνεται εξατομικευμένα και όχι μέσω αυτοδιάγνωσης ή αυτοχορήγησης φαρμάκων.
Η κατανόηση αλλάζει τη σχέση με τον πανικό
Μια κρίση πανικού μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το σώμα έχει γίνει απρόβλεπτο ή επικίνδυνο.
Όταν όμως αρχίσουμε να κατανοούμε τον μηχανισμό της, οι αισθήσεις μπορούν σταδιακά να αποκτήσουν διαφορετικό νόημα.
Η ταχυκαρδία δεν χρειάζεται πάντα να σημαίνει καταστροφή.
Η ζάλη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα χαθεί ο έλεγχος.
Το άγχος δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί πλήρως για να μπορέσει κάποιος να συνεχίσει τη ζωή του.
Η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να βοηθήσει το άτομο να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στο σώμα του, να μειώσει τις αποφυγές και να αντιμετωπίσει τον φόβο της επόμενης κρίσης.
Το ζητούμενο δεν είναι μια ζωή στην οποία δεν θα εμφανιστεί ποτέ ξανά άγχος.
Είναι μια ζωή στην οποία το άγχος δεν αποφασίζει πού μπορούμε να πάμε, τι μπορούμε να κάνουμε και πόσο ελεύθερα μπορούμε να ζήσουμε.
Βιβλιογραφικές αναφορές
National Institute for Health and Care Excellence (NICE). Generalised anxiety disorder and panic disorder in adults: management (CG113). Clinical guideline. Updated 2020.
National Institute of Mental Health (NIMH). Panic Disorder: What You Need to Know. National Institutes of Health.
NHS. Panic disorder. National Health Service.
Papola, D., Ostuzzi, G., Tedeschi, F., et al. (2022). Comparative efficacy and acceptability of psychotherapies for panic disorder with or without agoraphobia: systematic review and network meta-analysis of randomised controlled trials. The British Journal of Psychiatry, 221(3), 507–519. https://doi.org/10.1192/bjp.2021.148
Pompoli, A., Furukawa, T. A., Efthimiou, O., Imai, H., Tajika, A., & Salanti, G. (2018). Dismantling cognitive-behaviour therapy for panic disorder: a systematic review and component network meta-analysis. Psychological Medicine, 48(12), 1945–1953. https://doi.org/10.1017/S0033291717003919
π. Δημήτριος Σαράντος, Κλινικός Ψυχολόγος
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη ψυχολογική ή ιατρική αξιολόγηση.